Busy. Please wait.
or

show password
Forgot Password?

Don't have an account?  Sign up 
or

Username is available taken
show password

why


Make sure to remember your password. If you forget it there is no way for StudyStack to send you a reset link. You would need to create a new account.
We do not share your email address with others. It is only used to allow you to reset your password. For details read our Privacy Policy and Terms of Service.


Already a StudyStack user? Log In

Reset Password
Enter the associated with your account, and we'll email you a link to reset your password.

Remove ads
Don't know
Know
remaining cards
Save
0:01
To flip the current card, click it or press the Spacebar key.  To move the current card to one of the three colored boxes, click on the box.  You may also press the UP ARROW key to move the card to the "Know" box, the DOWN ARROW key to move the card to the "Don't know" box, or the RIGHT ARROW key to move the card to the Remaining box.  You may also click on the card displayed in any of the three boxes to bring that card back to the center.

Pass complete!

"Know" box contains:
Time elapsed:
Retries:
restart all cards




share
Embed Code - If you would like this activity on your web page, copy the script below and paste it into your web page.

  Normal Size     Small Size show me how

Kypros 91 - 105

QuestionAnswer
lecture διάλεξη (η)
speaker ομιλητής (o)
Minister of Foreign Affairs / Internal Affairs Υπουργός Εξωτερικών (o/η)
Minister of Internal Affairs Υπουργός Εσωτερικών (o/η)
politics; policy πολιτική (η)
politician πολιτικός (o)
political πολιτικός, -ή, -ό
public square πλατεία (η)
big room, hall; classroom αίθουσα (η)
sure σίγουρος, -η, -ο
about, approx. γύρω (+ σε)
draft, flow; electric current/power ρεύμα (το)
building plot οικόπεδο (το)
simple απλός, -ή, -ό
loan δάνειο (το)
I get a loan κάνω δάνειο
debt χρέος (το)
neither, nor ούτε
neither ... nor ούτε ... ούτε
opportunity ευκαιρία (η)
really πράγματι
sum ποσό (το)
between μεταξύ (+ gen.), ανάμεσα σε (+ acc.)
oh! really! μπα!
simply απλώς
social club λέσχη (η)
message μήνυμα (το)
terribly τρομερά
beginning αρχή (η)
I continue, go on (p, sp) συνεχίζω, συνέχισα
I get strong (p, sp) δυναμώνω, δυνάμωσα
window pane τζάμι (το)
every now and then κάθε τόσο
postcard γραμματάκι (το)
usual, customary συνηθισμένος, -η, -ο
wish ευχή (η)
Merry Christmas Καλά Χριστούγεννα
happy ευτυχισμένος, -η, -ο
Happy New Year Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος
name day (birthday) γιορτή μου (η)
national days, holidays; festivals γιορτές (οι)
Saint (m.) Αγιος (ο)
Saint (f.) Αγία (η)
sainted, holy άγιος, αγία, άγιο
I wish you a Happy New Year σου εύχομαι Ευτυχισμένο τον καινούριο χρόνο
Many Happy Returns (birthday, anniversary) Χρόνια πολλά
hen κότα (η)
factory εργοστάσιο (το)
assistant βοηθός (ο/η)
asst. mgr. βοηθός διευθυντής / υποδιευθυντής (ο)
(office) employee, clerk υπάλληλος (ο/η)
shorthand στενογραφία (η)
typing δακτυλογραφία (η)
correspondence αλληλογραφία (η)
New Year's Day Πρωτοχρονιά (η)
a few words only λίγα λόγια μόνο
I wish (p, ps, fs) εύχομαι, ευχήθηκα, θα ευχηθώ
I lay (eggs), give birth to (p, ps, fs) γεννώ (ά), , γέννησα, θα γεννήσω
I manage, direct (p, ps+c, f) διευθύνω, διεύθυνα, θα διευθύνω
the self ο εαυτός
mirror καθρέφτης (ο)
I catch αρπάζω, άρπαξα
kitty, p-u-s-s-y-cat ψιψίνα (η)
all the time όλο
I take care of, look after (p,ps) φροντίζω, φρόντισα
age ηλικία (η)
I dress (someone) (p,ps) ντύνω, έντυσα
I comb (s.ο.’s hair) (p,ps) χτενίζω, χτένισα
I spread out (s.t.) (p,ps) στρώνω, έστρωσα
I make the bed στρώνω το κρεβάτι
I set the table στρώνω το τραπέζι
I’m jealous (p,ps) ζηλεύω, ζήλεψα
I quarrel (p,ps) μαλώνω, μάλωσα
a cry κλάμα (το)
shouts and cries φωνές και κλάματα
selfish person, egoist εγωιστής (ο)
letter επιστολή (η)
I jump (p,ps,fs) πηδώ, πήδηξα/πήδησα, θα πηδήξω/πηδήσω
I get ready, prepare myself (p,ps,fs) ετοιμάζομαι, ετοιμάστηκα, θα ετοιμαστώ
fishing ψάρεμα (το)
I catch, seize, take (p,ps) πιάνω, έπιασα
fisherman ψαράς (pl. ψαράδες) (o)
I correct; repair διορθώνω, διόρθωσα
net δίχτυ (το)
I go near, approach πλησιάζω, πλησίασα
I explain εξηγώ (εί), εξήγησα
I fish (p,ps) ψαρεύω, ψάρεψα
seaside παραλία (η)
I separate, divide, divorce χωρίζω, χώρισα
small boat, rowboat βάρκα (η)
towards προς
I pull (p,ps) τραβώ (ά), τράβηξα
I spread, stretch (p,ps) απλώνω, άπλωσα
I stretch out my hands απλώνω τα χέρια μου
spelling ορθογραφία (η)
neighborhood γειτονιά (η)
I am caught, seized, taken (p,ps,fs) πιάνομαι, πιάστηκα, θα πιαστώ
are mended, repaired (p,ps,fs) διορθώνονται, διορθώθηκαν, θα διορθωθούν
are cleaned (p,ps,fs) καθαρίζονται, καθαρίστηκαν, θα καθαριστούν
I am separated, divorced (p,ps,fs) χωρίζομαι, χωρίστηκα, θα χωριστώ
are thrown (p,ps,fs) ρίχνονται, ρίχτηκαν, θα ριχτόυν
are sent (p,ps,fs) στέλλονται, στάλθηκαν, θα σταλθούν
are spread, laid out (p,ps,fs) απλώνονται, απλώθηκαν, θα απλωθούν
(I) get together (p,ps,fs) μαζεύομαι, μαζεύτηκα/μαζεύθηκα, θα μαζευτώ/μαζευθώ
I hide myself (p,ps,fs) κρύβομαι, κρύφτηκα/κρύφθηκα, θα κρυφτώ/κρυφθώ
advertisement, commercial διαφήμιση (η)
comfortable αναπαυτικός, -ή, -ό
comfortably αναπαυτικά
more, extra παραπάνω
if it pays αν συμφέρει
is rented, for rent ενοικιάζεται
I build χτίζω, έχτισα
gasoline, petrol βενζίνη (η)
gas (petrol) station σταθμός βενζίνης (o)
motorcycle μοτοσικλέτα (η)
thief κλέφτης (ο)
I demolish, ruin χαλώ (ά), χάλασα
exterior; abroad εξωτερικό (το)
interior; domestic εσωτερικό (το)
article (newspaper, magazine) άρθρο (το)
import εισαγωγή (η)
export εξαγωγή (η)
antique shop παλαιοπωλείο (το)
strong, long-lasting, solid στερεός, -ά, -ό
I advertise (p,ps,fs) διαφημίζω, διαφήμισα, θα διαφημίσω
I advertise (passive) (p,ps,fs) διαφημίζομαι, διαφημίστηκα, θα διαφημιστώ
it pays, is advantageous συμφέρει, συνέφερε, θα συμφέρει
is built (p,ps,fs) χτίζεται, χτίστηκε, θα χτιστεί
I repair (p,ps,fs) επιδιορθώνω, επιδιόρθωσα, θα επιδιορθώσω
are repaired (p,ps,fs) επιδιορθώνονται, επιδιορθώθηκαν, θα επιδιορθωθούν
I arrest (p,ps,fs) συλλαμβάνω, συνέλαβα, θα συλλάβω
I am arrested (p,ps,fs) συλλαμβάνομαι, συνελήφθην, θα συλληφθώ
I make, manufacture, construct (p,ps,fs) κατασκευάζω, κατασκεύασα, θα κατασκευάσω
are made (p,ps,fs) κατασκευάζονται, κατασκευάστηκαν, θα κατασκευαστούν
I import (p,ps,fs) εισάγω, εισήγαγα, θα εισαγάγω
are imported (p,ps,fs) εισάγονται, εισήχθησαν, θα εισαχθούν
I export (p,ps,fs) εξάγω, εξήγαγα, θα εξαγάγω
are exported (p,ps,fs) εξάγονται, εξήχθησαν, θα εξαχθούν
I publish (p,ps,fs) δημοσιεύω, δημοσίευσα, θα δημοσιεύσω
is published (p,ps,fs) δημοσιεύεται, δημοσιεύτηκε, θα δημοσιευτεί
I pronounce (p,ps,fs) προφέρω, πρόφερα, θα προφέρω
is pronounced (p,ps,fs) προφέρεται, προφέρθηκε, θα προφερθεί
correct, right ορθός, -ή ,-ό
actor, actress ηθοποιός (ο/η)
hypothesis; case, affair;plot (of story) υπόθεση / υπόθεσις (η)
work, achievement; work of art έργο (το)
relation, connection σχέση / σχέσις (η)
thought σκέψη / σκέψις (η)
impression εντύπωση / εντύπωσις (η)
I reserve seats κρατώ θέσεις
increase αύξηση / αύξησις (η)
tax φόρος (ο)
I increase (p,ps) αυξάνω, αύξησα
I am increased αυξάνομαι
income εισόδημα (το)
income tax φόρος εισοδήματος (ο)
government κυβέρνηση / κυβέρνησις (η)
decision απόφαση / απόφασις (η)
question ερώτηση / ερώτησις (η)
answer απάντηση / απάντησις (η)
phrase φράση / φράσις (η)
sentence; proposal πρόταση / πρότασις (η)
order, arrangement τάξη / τάξις (η)
examination εξέταση / εξέτασις (η)
he passed the examination πέρασε την εξέταση
congratulations συγχαρητήρια (τα)
scholarship υποτροφία (η)
I get a scholarship παίρνω υποτροφία
previously, before προηγουμένως
plan σχέδιο (το)
the future μέλλον (g.sg. μέλλοντος) (το)
chemistry χημεία (η)
chemist χημικός (ο)
lake λίμνη (η)
small lake λιμνούλα (η)
silly ανόητος, -η, -ο
good, well behaved φρόνιμος, -η, -ο
I say goodbye λέω αντίο
first-class πρώτη θέση/θέσις
diminutive endings (f.) -ούλα, -ίτσα
all (prefix) ολο-
phrase φράση / φράσις (η)
phrase (acc.) φράση / φράσιν (την)
phrase (gen.) φράσης / φράσεως (της)
phrase (pl. nom/acc) φράσεις (οι/τις)
phrase (pl. gen.) φράσεων (των)
reading διάβασμα (το)
accident δυστύχημα (το)
nearly, almost παρ’ ολίγο (να)
has nothing to do (with) δεν έχει σχέση (με)
driving οδήγημα (το)
I suffer; have happen to me παθαίνω, έπαθα
what happened to you? τι έπαθες;
what happened? (generally) τι συνέβη; / τι έγινε;
on the contrary εναντίον (το)
barbershop κουρείο (το)
barber κουρέας (ο)
I break down, don’t work, demolish, χαλώ
brakes φρένα (τα)
I imagine φαντάζομαι, φαντάστηκα, θα φανταστώ
traffic τροχαία (η)
traffic lights φώτα της τροχαίας (τα)
farther away, past, beyond πιο πέρα από
nearly 8 o’clock σχεδόν οχτώ
I paint (house, furniture) βάφω, έβαψα
passport διαβατήριο, g.sg. -ίου (το)
fire φωτιά (η)
like this; so, thus έτσι
petroleum, oil πετρέλαιο (το)
I feel cold (p, ps) κρυώνω, κρύωσα
Norway Νορβηγία (η)
I attract (p, ps) ελκύω, έλκυσα
Mediterranean (Sea) Μεσόγειος (Θάλασσα) (η)
Swede (m.) Σουηδός (ο)
Rhodes Ρόδος (η)
Crete (L23) Κρήτη (η)
island (small) νησί (το)
island (large) νήσος (η)
especially, above all προπάντων
North (noun) βορράς (ο)
north (adj.) βόρειος, -α, -ο (K. βόρειος, -ον)
northerners οι βόρειοι
northerly (adv.) βόρεια
South (noun) νότος (ο)
south (adj.) νότιος, -α, -ο (K. νότιος, -ον)
southerners οι νότιοι
southerly (adv.) νότια
East (noun) (L71) ανατολή (η)
east (adj.) ανατολικός, -ή, -ό
easterly (adv.) ανατολικά
West (noun) (L71) δύση (η)
west (adj.) δυτικός, -ή, -ό
westerly (adv.) δυτικά
in, to the N/S/W/E of στα βόρεια / νότια / δυτικά / ανατολικά
NW/SW (adj.) βορειο/νοτιοδυτικός, -ή, -ό (ΒΔ/ΝΔ)
NE/SE (adj.) βορειο/νοτιοανατολικός, -ή, -ό (ΒΑ/ΝΑ)
NW/SW στα βορειο/νοτιοδυτικά
in, to the NE/SE στα βορειο/νοτιοανατολικά
Greece Ελλάς, g.sg. Ελλάδος (K.) (η)
North America Βόρεια Αμερική (K. Βόρειος Αμερική) (η)
South America Νότια Αμερική (K. Νότιος Αμερική) (η)
Belgium Βέλγιο (το)
album άλμπουμ (indecl.) (το)
member μέλος (το)
company, society εταιρεία (η)
rare σπάνιος, -α, -ο
I am worth, deserve αξίζω, άξισα
value αξία (η)
lion λιοντάρι (also λεοντάρι) (το)
Africa Αφρική (η)
African αφρικανικός, -ή, -ό
ten each από δέκα
I divide μοιράζω, μοίρασα
candy, sweets καραμέλα (η)
I collect (p, ps, fs) συλλέγω, συνέλεξα, θα συλλέξω
until, up to the time when ώσπου / ωσότου
until, up to the time when (past) ώσπου / ωσότου + simple past
until (future), by the time that ώσπου να / ωσότου (να) + non-cont.
the other day προάλλες (τις)
poor ... ! καημένος, -η, -ο
mishap, bad luck, accident ατύχημα (το)
hit; knock; hurt oneself; ring (phone); beat (heart) χτυπώ
elbow αγκώνας (ο)
knee γόνατο (το)
heart καρδιά (η)
I fall πέφτω, έπεσα
I drop (s.t.) μου πέφτει
lettuce μαρούλι (το)
celery σέλινο (το)
carrot καρότο (το)
peach ροδάκινο (το)
pear αχλάδι (το)
cherry κεράσι (το)
at Dimitri's (place) στου Δημήτρη
cabbage λάχανο (το)
banana μπανάνα (η)
fig σύκο (το)
of each (one) από το καθένα
Here it is; This way Ορίστε
pardon? huh? what? Ορίστε;
cauliflower κουνουπίδι (το)
come again/back (p,ps) ξανάρχομαι, ξανάρθα/ξαναήρθα
forest δάσος (το)
small forest, woods δασάκι (το)
pine (tree) πεύκο -or- πεύκος (ο) (το)
cypress κυπαρίσσι (το)
acacia ακακία (η)
huge πελώριος, -α, -ο
eucalyptus ευκάλυπτος, -΄ου (ο)
shade, shadow σκιά (η)
I receive, accept δέχομαι
grapevine κλήμα (το)
vine trellis κληματαριά (η)
fruit tree, orchard δεντρόκηπος (ο)
flower garden ανθόκηπος (ο)
vegetable garden λαχανόκηπος (ο)
proud (of) περήφανος, -η, -ο (για)
apple tree μηλιά (η)
pear tree αχλαδιά (η)
peach tree ροδακινιά (η)
plum tree δαμασκηνιά (η)
olive tree; olive (fruit) ελιά (η)
palm tree φοινικιά (η)
citrus trees λεμονόδεντρα (τα)
I plant (p, ps) φυτεύω, φύτεψα
lemon tree λεμονιά (η)
orange tree πορτοκαλιά (η)
tangerine tree μανταρινιά (η)
gardener κηπουρός (ο)
flower άνθος (το)
plant φυτό (το)
plum δαμάσκηνο (το)
date (fruit) φοινίκι (το)
fig tree συκιά (η)
cherry tree κερασιά (η)
almond αμύγδαλο (το)
almond tree αμυγδαλιά (η)
walnut καρύδι (το)
walnut tree καρυδιά (η)
I receive, accept (p,ps,fs) δέχομαι, δέχτηκα/δέχθηκα, θα δεχτώ/δεχθώ
Created by: Matrisha