Busy. Please wait.

show password
Forgot Password?

Don't have an account?  Sign up 

Username is available taken
show password


Make sure to remember your password. If you forget it there is no way for StudyStack to send you a reset link. You would need to create a new account.
We do not share your email address with others. It is only used to allow you to reset your password. For details read our Privacy Policy and Terms of Service.

Already a StudyStack user? Log In

Reset Password
Enter the associated with your account, and we'll email you a link to reset your password.

Remove Ads
Don't know
remaining cards
To flip the current card, click it or press the Spacebar key.  To move the current card to one of the three colored boxes, click on the box.  You may also press the UP ARROW key to move the card to the "Know" box, the DOWN ARROW key to move the card to the "Don't know" box, or the RIGHT ARROW key to move the card to the Remaining box.  You may also click on the card displayed in any of the three boxes to bring that card back to the center.

Pass complete!

"Know" box contains:
Time elapsed:
restart all cards

Embed Code - If you would like this activity on your web page, copy the script below and paste it into your web page.

  Normal Size     Small Size show me how

Kypros 61 - 75

must πρέπει να
must not δεν πρέπει να
had to (past of must) έπρεπε
will have to (future of must) θα πρέπει
married παντρεμένος, -η, -ο
free; single ελεύθερος, -η, -ο
unfortunately δυστυχώς
fortunately ευτυχώς
strong; possible δυνατός, -ή, -ό
weak; impossible αδύνατος, -η, -ο
more ... (than ...) πιο ... (από + acc.)
the most ... ο/η/το πιο ...
older πιο μεγάλος
younger πιο μικρός
more … (one word form) -ότερος, -η, -ο
clever έξυπνος, -η, -ο
Hercules Ηρακλής (ο)
abs. superlatives - a very high degree of πάρα πολύ, πολύ πολύ
absolute superlatives (one word form) -ότατος, -η, -ο
less ... λιγότερο + adj.
easy εύκολος, -η, -ο
difficult δύσκολος, -η, -ο
university πανεπιστήμιο (το)
hard (adv.) σκληρά
hard (adj.) σκληρός, -ή, -ό
briefly, soon (adv.) σύντομα
brief, short (adj.) σύντομος, -η, -ο
I'm older than him τον περνώ στα χρόνια
I'm ahead of s.o. περνώ κάποιον
I study (book, lesson) μελετώ
I studied (book, lesson) μελέτησα
I will study (book, lesson) θα μελετήσω
as σαν
nearly as σχεδόν
the same (as) το ίδιο (με)
about the same περίπου το ίδιο
me too και εγώ το ίδιο
modern μοντέρνος, -α, -ο
main, chief κύριος, κυρία, κύριο
main street ο κύριος δρόμος
and so forth, etc. και (τα) λοιπά
entrance, entry είσοδος (η)
main entrance η κυρία είσοδος
exit έξοδος (η)
life ζωή (η)
food τροφή (η)
quiet (adj) ήσυχος, -η, -ο
quiet (noun) ησυχία (η)
noise θόρυβος (ο)
for the time being προς το παρόν
I prefer (A) to (B) προτιμώ (A) από (B)
midnight μεσάνυχτα (τα)
I live ζω (εί)
I lived έζησα
I will live θα ζήσω
I cost κοστίζω
I costed κόστισα
I will cost θα κοστίσω
tired κουρασμένος, -η, -ο
stone πέτρα (η)
grass, weeds χόρτα (τα)
lawn χορτάρι (το)
light φως (το)
I cook μαγειρεύω
I cooked μαγείρεψα
I will cook θα μαγειρέψω
I tidy up συγυρίζω
I tidied up συγύρισα
I will tidy up θα συγυρίσω
I lose χάνω
I lost έχασα
I will lose θα χάσω
I leave (s.t.); let, allow αφήνω
I left (s.t.); let, allow άφησα
I will leave (s.t.); let, allow θα αφήσω
I clean καθαρίζω
I cleaned καθάρισα
I will clean θα καθαρίσω
I water ποτίζω
I watered πότισα
I will water θα ποτίσω
I light; turn on ανάβω
I lighted; turned on άναψα
I will light; turn on θα ανάψω
I extinguish; turn off σβήνω
I extinguished; turned off έσβησα
I will extinguish; turn off θα σβήσω
telephone call τηλεφώνημα (το)
rather μάλλον
parents γονείς (οι)
on the ground, down χάμω
appetite όρεξη (η)
old man γέρος (ο)
old woman γριά (η)
young man νέος (ο)
young woman νέα (η)
tooth δόντι (το)
I fall πέφτω
I fell έπεσα
I will fall θα πέσω
I excuse, forgive συγχωρώ (εί)
I excused, forgave συγχώρεσα
I will excuse, forgive θα συγχωρέσω
I forget ξεχνώ (ά)
I forgot ξέχασα
I will forget θα ξεχάσω
I slip, slide γλιστρώ (ά)
I slipped, slided γλίστρησα
I will slip, slide θα γλιστρήσω
I invite προσκαλώ (εί)
I invited προσκάλεσα
I will invite θα προσκαλέσω
I beg, ask παρακαλώ (ά/εί)
I begged, asked παρακάλεσα
I will beg, ask θα παρακαλέσω
lucky τυχερός, -ή, -ό
cat γάτα (η)
kitten γατάκι (το)
bird πουλί (το)
meow νιάου (το)
animal ζώο (το)
I go up, climb; get into a vehicle ανεβαίνω
I went up, climbed, got into a vehicle ανέβηκα
Go up!, Climb! ανέβα, ανεβείτε
I will go up, climb; get into a vehicle θα ανεβώ
I come down, descend; get out of a vehicle κατεβαίνω
I came down, descended; got out of a vehicle κατέβηκα
Come down! Descend! κατέβα, κατεβείτε
I will come down, descend; get out of a vehicle θα κατεβώ
I go up, then come down ανεβοκατεβαίνω
I go in μπαίνω
I went in μπήκα
Go in! μπες, μπείτε
I will go in θα μπω
I come out βγαίνω
I came out βγήκα
Come out! βγες, βγείτε
I will come out θα βγω
I go in, then come out μπαινοβγαίνω
I wash πλένω
I washed έπλυνα
I will wash θα πλύνω
I die πεθαίνω
I died πέθανα
I will die θα πεθάνω
lemonade λεμονάδα (η)
cousin (m.) ξάδελφος (ο)
cousin (f.) ξαδέλφη (η)
I believe πιστεύω
I believed πίστεψα
I will believe θα πιστέψω
I mail, post ταχυδρομώ (εί)
I mailed, posted ταχυδρόμησα
I will mail, post θα ταχυδρομήσω
certainly βεβαίως
I can ... μπορώ να ...
game, toy παιχνίδι / παιγνίδι (το)
I can μπορώ (εί)
I was able to μπόρεσα
I will be able to θα μπορέσω
I play παίζω
I played έπαιξα
I will play θα παίξω
I try (find out, taste) δοκιμάζω
I tried (find out, taste) δοκίμασα
I will try (find out, taste) θα δοκιμάσω
I try (attempt, make an effort) προσπαθώ (εί)
I tried (attempt, make an effort) προσπάθησα
I will try (attempt, make an effort) θα προσπαθήσω
east (noun) ανατολή (η)
sunrise ανατολή του ήλιου (η)
top κορυφή (η)
sight θέαμα (το)
view θέα (η)
truth αλήθεια (η)
really? αλήθεια;
the Sun rises ο ήλιος ανατέλλει
exceptionally εξαιρετικά
exceptional (adj) εξαιρετικός, -ή, -ό
photograph φωτογραφία (g.pl. -ών) (η)
I take pictures βγάζω/παίρνω φωτογραφίες
camera φωτογραφική (μηχανή) (η)
photographer φωτογράφος (ο)
west (noun) δύση (η)
sunset δύση του ήλιου (η)
the sun sets ο ήλιος δύει
I would like θα 'θελα (< θα ήθελα)
I need χρειάζομαι
I needed χρειάστηκα
I will need θα χρειαστώ
Ι rise, appear ανατέλλω
Ι rose, appeared ανάτειλα/ανέτειλα
Ι will rise, appear θα ανατείλω
I photograph φωτογραφίζω
I photographed φωτογράφισα
I will photograph θα φωτογραφίσω
I take out/off βγάζω
I took out/off έβγαλα
I will take out/off θα βγάλω
Ι decline, fade δύω
Ι declined, faded έδυσα
Ι will decline, fade θα δύσω
relative pronoun - who, that, which, whose που
university student (m.) φοιτητής (ο)
university student (f.) φοιτήτρια (η)
professor (m.) καθηγητής (ο)
professor (f.) καθηγήτρια (η)
middle; waist μέση (η)
repeat! επαναλαμβάνετε
leaf φύλλο (το)
dialogue διάλογος (ο)
I change (in appearance) αλλάζω
I changed (in appearance) άλλαξα
I will change (in appearance) θα αλλάξω
exhibition, display έκθεση (η)
subject θέμα (το)
relative pronoun - whom, whose … ο οποίος, η οποία, το οποίο
hobby χόμπι (indecl.) (το)
useful χρήσιμος, -η, -ο (ο)
collection συλλογή (η)
greengrocer μανάβης (pl. μανάβηδες) (ο)
butcher χασάπης (pl. χασάπηδες) (ο)
tomato ντομάτα (also τομάτα) (η)
cucumber αγγουράκι (το)
butcher κρεοπώλης (g.pl. -ών) (ο)
milkman γαλατάς (pl. γαλατάδες) (ο)
baker ψωμάς (pl. ψωμάδες) (ο)
I'm interested ενδιαφέρομαι
I was interested ενδιαφέρθηκα
I will be interested θα ενδιαφερθώ
I collect μαζεύω
I collected μάζεψα
I will collect θα μαζέψω
since (because) αφού
perhaps (wishful) ίσως
enough (adv) αρκετά
enough (adj) αρκετός, αρκετή, αρκετό
at least τουλάχιστο(ν)
regards τους χαιρετισμούς
in advance μπροστά
in monthly installments με τον μήνα
in weekly installments με τη βδομάδα
price τιμή (η)
as usual ως συνήθως
at the time when την ώρα που
at that time την ώρα εκείνη
soft drink, soda, refreshment αναψυκτικό (το)
next to πλάι
chat κουβέντα (η)
while σαν (+ past cont.)
I shout, yell, call out φωνάζω
I shouted, yelled, called out (cont.) φώναζα
I shouted, yelled, called out (simple) φώναξα
I will shout, yell, call out θα φωνάξω
I offer προσφέρω
I offered (cont.) πρόσφερα
I offered (simple) πρόσφερα
I will offer θα προσφέρω
I chat κουβεντιάζω
I chatted (cont.) κουβέντιαζα
I chatted (simple) κουβέντιασα
I will chat θα κουβεντιάσω
Created by: Matrisha