Busy. Please wait.
or

show password
Forgot Password?

Don't have an account?  Sign up 
or

Username is available taken
show password

why


Make sure to remember your password. If you forget it there is no way for StudyStack to send you a reset link. You would need to create a new account.
We do not share your email address with others. It is only used to allow you to reset your password. For details read our Privacy Policy and Terms of Service.


Already a StudyStack user? Log In

Reset Password
Enter the associated with your account, and we'll email you a link to reset your password.

Remove ads
Don't know
Know
remaining cards
Save
0:01
To flip the current card, click it or press the Spacebar key.  To move the current card to one of the three colored boxes, click on the box.  You may also press the UP ARROW key to move the card to the "Know" box, the DOWN ARROW key to move the card to the "Don't know" box, or the RIGHT ARROW key to move the card to the Remaining box.  You may also click on the card displayed in any of the three boxes to bring that card back to the center.

Pass complete!

"Know" box contains:
Time elapsed:
Retries:
restart all cards




share
Embed Code - If you would like this activity on your web page, copy the script below and paste it into your web page.

  Normal Size     Small Size show me how

Kypros 31 - 45

QuestionAnswer
so, thus έτσι
this year φέτος (K. εφέτος)
last year πέρσι (K. πέρυσι)
Europe Ευρώπη (η)
Paris Παρίσι (το)
Rome Ρώμη (η)
city πόλη (η)
last (previous) περασμένος, -η, -ο
sick άρρωστος, -η, -ο
hospital νοσοκομείο (το)
cold, chill (sick) κρυολόγημα (το)
headache πονοκέφαλος (ο)
fever πυρετός (ο)
toothache πονόδοντος (ο)
pain πόνος (ο)
I was ήμουν
I had είχα
I hurt πονώ
nothing else;anything else? τίποτα άλλο
passenger επιβάτης (ο)
station σταθμός (ο)
I made, I did έκανα
Make! Do! κάνε
I opened άνοιξα
Open! άνοιξε
I closed έκλεισα
Close! κλείσε
I looked at κοίταξα
Look! κοίταξε
I went πήγα
Go! πήγαινε
I saw είδα
See! δες, δέστε
place, seat θέση (η)
right (noun) δίκιο (το)
I'm right έχω δίκιο
wrong (noun) άδικο (το)
you're wrong έχεις άδικο / δεν έχεις δίκιο
it doesn't matter δεν πειράζει
same (adj) ίδιος, -α, -ο
it’s all the same, it makes no difference το ίδιο είναι / κάνει
say! tell! (sg. familiar) πες
say! tell! (sg. polite / plural) πέστε
I returned γύρισα
Return! γύρισε, γυρίστε
I took πήρα
Take! πάρε, πάρτε
I put (past) έβαλα
Put! βάλε, βάλτε
I gave έδωσα
Give! δώσε, δώστε
I wrote έγραψα
Write! γράψε, γράψτε
I read (past) διάβασα
Read! διάβασε, διαβάστε
I bought αγόρασα
Buy! αγόρασε, αγοράστε
holidays διακοπές (f.) (οι)
Switzerland Ελβετία (η)
airplane αεροπλάνο (το)
ship πλοίο (το)
beyond πέρα
from there on απ' εκεί και πέρα
considerably αρκετά
clothes ρούχα (τα)
suit κοστούμι (το)
sock, stocking κάλτσα (η)
gift δώρο (το)
pass by; stop by περνώ από
Italian (thing) ιταλικός, -ή, -ό
tie γραβάτα (η)
French (thing) γαλλικός, -ή, -ό
exactly ακριβώς
pair, couple ζευγάρι (το)
pass, spend time περνώ
I passed, I spent πέρασα
Pass! Spend! πέρασε
I stayed, I lived έμεινα
Stay! μείνε
I left έφυγα
Leave! φύγε
I travel ταξιδεύω
I travelled ταξίδεψα
Travel! ταξίδεψε
Sit! κάθισε, καθίστε
Bring! φέρε, φέρτε
I eat (normal) τρώγω
Eat! φάε, φάτε
I ate έφαγα
I drink πίνω
Drink! πιες, πιέστε or πιείτε
I drank ήπια
food, meal φαγητό (το)
lunch; meal γεύμα (το)
dinner, supper δείπνο (το)
egg αυγό / αβγό (το)
cheese τυρί (το)
fried τηγανιτός, -ή, -ό
boiled βραστός, -ή, -ό
I prefer προτιμώ
Prefer! προτίμησε, προτιμήστε
I preferred προτίμησα
bread ψωμί (το)
butter βούτυρο (το)
marmalade, jam μαρμελάδα (η)
without χωρίς
cup φλιτζάνι (το)
coffee cup φλιτζάνι του καφέ (το)
teacup φλιτζάνι του τσαγιού (το)
table spoon κουτάλι (το)
tea spoon κουταλάκι (το)
bill; account λογαριασμός (ο)
restaurant εστιατόριο (το)
certain (adj) βέβαιος, -η, -ο
let's go! πάμε
expensive ακριβός, -ή, -ό
inexpensive, cheap φτηνός, -ή, -ό (K. φθηνός)
restaurant-bar, pub ταβέρνα (η)
I'm hungry πεινώ
I was hungry πείνασα
I'm thirsty διψώ
I was thirsty δίψασα
but (short) μα
list λίστα (η)
first (adv.) πρώτα
the drink ποτό (το)
chicken κοτόπουλο (το)
fish ψάρι (το)
roast ψητό (το)
roasted ψητός, -ή, -ό
meat κρέας (gen. κρέατος) (το)
steak μπριζόλα (η)
salad σαλάτα (η)
beer μπίρα (also μπύρα) (η)
ouzo ούζο (το)
waiter γκαρσόν (indecl.), also το γκαρσόνι (το)
soup σούπα (η)
potato πατάτα (η)
I go (colloq) πάω (colloq. for πηγαίνω)
I went πήγα
together with μαζί
village χωριό (το)
I eat (colloq) τρώω (colloq. for τρώγω)
I say (colloq) λέω (colloq. for λέγω)
papa μπαμπάς (pl. μπαμπάδες) (ο)
mama μαμά (pl. μαμάδες) (η)
I help βοηθώ
I helped βοήθησα
Help! βοήθησε
I hold κρατώ
I held κράτησα
Hold! κράτησε
I wake up ξυπνώ
I woke up ξύπνησα
Wake up! ξύπνησε
I meet συναντώ
I met συνάντησα
Meet! συνάντησε
I greet χαιρετώ
I greeted χαιρέτησα
Greet! χαιρέτησε
I understand καταλαβαίνω
I understood κατάλαβα
Understand! κατάλαβε
I wait for περιμένω
I waited for περίμενα
Wait! περίμενε
I kiss φιλώ
I kissed φίλησα
Kiss! φίλησε
me (weak direct object pronoun) με
you (singular, weak direct object pronoun) σε
him (weak direct object pronoun) τον
her (weak direct object pronoun) την
it (weak direct object pronoun) το
us (weak direct object pronoun) μας
you (plural, weak direct object pronoun) σας
them (male, weak direct object pronoun) τους
them (female, weak direct object pronoun) τις/τες
them (neuter, weak direct object pronoun) τα
riddle αίνιγμα (το)
for, about για
I prepare ετοιμάζω
I prepared ετοίμασα
Prepare! ετοίμασε
fork πιρούνι (το)
knife μαχαίρι (το)
plate πιάτο (το)
saucer πιατάκι (το)
salt αλάτι (το)
pepper πιπέρι (το)
cake, dessert γλύκισμα (το)
cake κέικ (indecl.) (το)
center κέντρο (το)
ready (adj) έτοιμος, -η, -ο
tonight απόψε
refrigerator ψυγείο (το)
vegetables λαχανικά (τα)
lira; pound sterling (£) λίρα (η)
postman ταχυδρόμος (ο)
bell κουδούνι (το)
I knock, ring χτυπώ (K. κτυπώ)
I knocked, I rang χτύπησα
Knock! Ring! χτύπησε
card, postcard κάρτα (η)
package, parcel δέμα (το)
me (strong direct object pronouns) εμένα
you (singular, strong direct object pronoun) εσένα
him here (strong direct object pronoun) αυτόν
her here (strong direct object pronoun) αυτήν
it here (strong direct object pronoun) αυτό
him there (strong direct object pronoun) εκείνον
her there (strong direct object pronoun) εκείνην
it there (strong direct object pronoun) εκείνο
us (strong direct object pronoun) εμάς
you (plural, strong direct object pronoun) εσάς
them here (male, strong direct object pronoun) αυτούς
them here (female, strong direct object pronoun) αυτές
them here (neuter, strong direct object pronoun) αυτά
them there (male, strong direct object pronoun) εκείνους
them there (female, strong direct object pronoun) εκείνες
them there (neuter, strong direct object pronoun) εκείνα
church εκκλησία (η)
theater θέατρο (το)
museum μουσείο (το)
the police αστυνομία (η)
embassy πρεσβεία (η)
radio station ραδιοφωνικός σταθμός (ο)
suburb προάστιο (το)
police station αστυνομικός σταθμός (ο)
policeman αστυνομικός (ο/η)
American (thing) αμερικανικός, -ή, -ό
English (thing) αγγλικός, -ή, -ό
on the right στα δεξιά
on the left στα αριστερά
Italian (thing) ιταλικός, -ή, -ό
German (thing) γερμανικός, -ή, -ό
French (thing) γαλλικός, -ή, -ό
Russian (thing) ρωσικός, -ή, -ό
store κατάστημα (το)
cinema (Greek word) κινηματογράφος (ο)
word λέξη (η)
hotel ξενοδοχείο (το)
Turkey Tουρκία (η)
Turkish (thing) τουρκικός, -ή, -ό
Spanish (thing) ισπανικός, -ή, -ό
Sweden Σουηδία (η)
Swedish (thing) σουηδικός, -ή, -ό
I (subject pronoun) εγώ
you (singular, subject pronoun) εσύ
he (subject pronoun) αυτός
she (subject pronoun) αυτή
it (subject pronoun) αυτό
we (subject pronoun) εμείς
you (plural, subject pronoun) εσείς
they (male, subject pronoun) αυτοί
they (female, subject pronoun) αυτές
they (neuter, subject pronoun) αυτά
living room σαλόνι (το)
rug, carpet χαλί (το)
piece of furniture έπιπλο (το)
furniture (plural) έπιπλα (τα)
the work (formal) εργασία (η)
curtain κουρτίνα (η)
manager (female) διευθύντρια (η)
apartment, flat διαμέρισμα (το)
apartment house/building, block of flats πολυκατοικία (η)
floor πάτωμα (το)
I rent ενοικιάζω
I rented νοικίασα
Rent! νοικίασε
I pay πληρώνω
I paid πλήρωσα
Pay! πλήρωσε
the rent ενοίκιο (το)
dining room τραπεζαρία (η)
bedroom υπνοδωμάτιο (το)
kitchen; cuisine κουζίνα (η)
bathroom μπάνιο (το)
toilet (WC) αποχωρητήριο (το)
hall(way), entryway χολ (also χωλ, both indecl.) (το)
end τέλος (pl. τα τέλη) (το)
I come έρχομαι
I came ήρθα
Come! έλα, ελάτε
I sit κάθομαι
I sat κάθισα
I stand στέκομαι
I stood στάθηκα
Stand! στάσου, σταθείτε
call! φώναξε
I’m named, my name is ονομάζομαι
I was named, my name was ονομάστηκα
I work (formal) εργάζομαι
I worked (formal) εργάστηκα
Work! (formal) εργάσου, εργαστείτε
something κάτι
shop window βιτρίνα (η)
full γεμάτος, -η, -ο
coffehouse καφενείο (το)
I come έρχομαι
you come (singular) έρχεσαι
he comes έρχεται
we come ερχόμαστε (K. ερχόμεθα)
you come (plural) έρχεστε / ερχόσαστε
they come έρχονται
I get up σηκώνομαι
I got up σηκώθηκα
Get up! σήκω
I wash myself πλένομαι (K. πλύνομαι)
I washed myself πλύθηκα
Wash yourself! πλύσου
soap σαπούνι (το)
I shave myself ξυρίζομαι
I shaved myself ξυρίστηκα
Shave yourself! ξυρίσου
I comb myself χτενίζομαι
I combed myself χτενίστηκα
Comb yourself! χτενίσου
I dress myself ντύνομαι
I dressed myself ντύθηκα
Dress yourself ντύσου
hairdresser's shop, beauty salon κομμωτήριο (το)
time (how many times) φορά (η)
salary μισθός (ο)
alone, only (adj) μόνος, -η, -ο
Created by: Matrisha