Greek by Radio 31-45

 
 

 
 

 
 

 
 
 
 
Teachers & Webmasters: If you would like a word scramble activity on your web page for a particular word, enter the word in the space below, then click generate script. Then copy the script below and paste it into your web page.
 
Word:
 

 

 
www.eapps.com




Copyright ©2001-2008 John Weidner All rights reserved.
About -  Terms of Service -  Privacy Statement



English Greek
(diminutive N. suffix)-άκι
airplaneαεροπλάνο (το)
alone, onlyμόνος, -η, -ο
Americanαμερικανικός, -ή, -ό
and, too, alsoκαι
bathroomμπάνιο (το)
bedroomυπνοδωμάτιο (το)
beerμπίρα (η)
bellκουδούνι (το)
beyondπέρα
billλογαριασμός (ο)
block of flatsπολυκατοικία (η)
boiledβραστός, -ή, -ό
breadψωμί (το)
breakfastπρόγευμα (το)
bring!φέρε, φέρτε
butμα
butterβούτυρο (το)
cakeκέικ (το)
card, postcardκάρτα (η)
carpetχαλί (το)
centerκέντρο (το)
certainβέβαιος, -η, -ο
cheapφτηνός, -ή, -ό
cheeseτυρί (το)
chickenκοτόπουλο (το)
churchεκκλησία (η)
cinemaσινεμά (το) / κινηματογράφος (ο)
cityπόλη (η)
clothesρούχα (τα)
coffehouseκαφενείο (το)
cognacκονιάκ (το)
cold (illness), chillκρυολόγημα (το)
considerablyαρκετά
cupφλιτζάνι (το)
curtainκουρτίνα (η)
dessert, cakeγλύκισμα (το)
dining roomτραπεζαρία (η)
drinkποτό (το)
eggαυγό / αβγό (το)
embassyπρεσβεία (η)
EnglishGreek
Englishαγγλικός, -ή, -ό
EuropeΕυρώπη (η)
exactlyακριβώς
expensiveακριβός, -ή, -ό
feverπυρετός (ο)
first (adv.)πρώτα
fishψάρι (το)
flatδιαμέρισμα (το)
floor; storyπάτωμα (το)
food, mealφαγητό (το)
for, aboutγια
forkπιρούνι (το)
Frenchγαλλικός, -ή, -ό
friedτηγανιτός, -ή, -ό
from there onαπ' εκεί και πέρα
fullγεμάτος, -η, -ο
furnitureέπιπλο (το)
further, yetακόμα / ακόμη
Germanγερμανικός, -ή, -ό
giftδώρο (το)
hairdresserκομμωτήριο (το)
hall(way)χολ (το)
headacheπονοκέφαλος (ο)
holidaysδιακοπές (οι fem.)
hospitalνοσοκομείο (το)
hotelξενοδοχείο (το)
I am hungryπεινώ
I am namedονομάζομαι
I am thirstyδιψώ
I comb myselfχτενίζομαι
I comeέρχομαι
I dress myselfντύνομαι
I drinkπίνω
I eatτρώω / τρώγω
I feel painπονώ / πονάω
I get upσηκώνομαι
I goπάω
I greetχαιρετώ
I helpβοηθώ
I holdκρατώ
I kissφιλώ
I meetσυναντώ
I pass, spend timeπερνώ
I payπληρώνω
I preferπροτιμώ
I prepareετοιμάζω
I rentενοικιάζω
I ringχτυπώ
I sayλέω / λέγω
I shave myselfξυρίζομαι
I sitκάθομαι
I standστέκομαι
I understandκαταλαβαίνω
I wait (for)περιμένω
I wake upξυπνώ
I wash myselfπλένομαι
I workεργάζομαι
it doesn't matterδεν πειράζει
ItalianΙταλικός, -ή, -ό
kitchenκουζίνα (η)
knifeμαχαίρι (το)
last yearπέρυσι / πέρσι
lavatoryαποχωρητίριο (το)
let's goπάμε
listλίστα (η)
living roomσαλόνι (το)
lunchγεύμα (το)
mamaμαμά (η, pl. μαμάδες)
manager (female)διευθύντρια (η)
marmalade, jamμαρμελάδα (η)
meatκρέας (το, gen. κρέατος)
museumμουσείο (το)
musicμουσική (η)
new, youngνέος, -α, -ο
nothingτίποτα
nothing else; anything else?τίποτα άλλο
on the leftστα αριστερά
on the rightστα δεξιά
ouzoούζο (το)
package, parcelδέμα (το)
painπόνος (ο)
pairζευγάρι (το)
papaμπαμπάς (ο, pl. μπαμπάδες)
ParisΠαρίσι (το)
part, placeμέρος (το, pl. τα μέρη)
partyπάρτι / πάρτυ (το)
passengerεπιβάτης (ο)
pepperπιπέρι (το)
placeθέση (η)
plateπιάτο (το)
police (the)αστυνομία (η)
police stationαστυνομικός σταθμός (ο)
policemanαστυνομικός (ο)
postmanταχυδρόμος (ο)
potatoπατάτα (η)
previous, lastπερασμένος, -η, -ο
radio stationραδιοφωνικός σταθμός (ο)
readyέτοιμος, -η, -ο
refrigeratorψυγείο (το)
rentενοίκιο (το)
restaurantεστιατόριο (το)
restaurant-barταβέρνα (η)
riddleαίνιγμα (το)
right (noun)δίκιο (το)
roastψητό (το)
roastedψητός, -ή, -ό
RomeΡώμη (η)
Russianρωσικός, -ή, -ό
saladσαλάτα (η)
salaryμισθός (ο)
saltαλάτι (το)
sameίδιος, -α, -ο
saucerπιατάκι (το)
shipπλοίο (το)
shopκατάστημα (το) / μαγαζί (το)
shop windowβιτρίνα (η)
sickάρρωστος, -η, -ο
sit!κάθισε, καθίστε
so, thusέτσι
soapσαπούνι (το)
sockκάλτσα (η)
soupσούπα (η)
Spanishισπανικός, -ή, -ό
spoonκουτάλι (το)
stationσταθμός (ο)
steakμπριζόλα (η)
suburbπροάστιο (το)
suitκοστούμι (το)
supperδείπνο (το)
SwedenΣουηδία (η)
Swedishσουηδικός, -ή, -ό
SwitzerlandΕλβετία (η)
teaspoonκουταλάκι (το)
theaterθέατρο (το)
this yearεφέτος / φέτος
tieγραβάτα (η)
timeφορά (η)
together withμαζί
tonightαπόψε
toothacheπονόδοντος (ο)
TurkeyTουρκία (η)
Turkishτουρκικός, -ή, -ό
Tουρκία (η)Turkey
vegetablesλαχανικά (τα)
villageχωριό (το)
waiterγκαρσόν (το) / γκαρσόνι (το)
withoutχωρίς
wordλέξη (η)
workεργασία (η)
wrongάδικο (το)
αγγλικός, -ή, -όEnglish